Ομιλία με θέμα την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας

516

Αγαπητές μου φίλες και φίλοι,
Συναντηθήκαμε σήμερα για να συζητήσουμε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, που δυστυχώς, ενώ θα έπρεπε να φθίνει, στις ημέρες μας ανθίζει και παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας είναι ένα εν κρυπτώ έγκλημα. Είναι το φαινόμενο εκείνο κατά το οποίο κάποιο ή κάποια μέλη της οικογένειας ασκούν βία σε άλλα μέλη της. Στις περισσότερες περιπτώσεις η βία αυτή προέρχεται από τον σύζυγο προς τη σύζυγο ή από τα ενήλικα μέλη προς τα ανήλικα. Με άλλα λόγια, μιλάμε για το φαινόμενο της κακοποίησης των γυναικών και για το φαινόμενο της κακοποίησης των παιδιών. Βεβαίως, υπάρχουν και περιπτώσεις άσκησης βίας από τη σύζυγο προς τον σύζυγο, είναι όμως σπάνιες αλλά οπωσδήποτε επίσης καταδικαστέες.
Η ενδοοικογενειακή βία παίρνει διάφορες μορφές, από τη σωματική επίθεση, τα χτυπήματα, μέχρι την ψυχολογική κακοποίηση, όπως ο εκφοβισμός, η διαρκής υποτίμηση της προσωπικότητας και ο εξευτελισμός της, που συμπεριλαμβάνουν και συμπεριφορές, όπως η απομόνωση ενός ατόμου από την οικογένεια και τους φίλους του, η παρακολούθηση και ο περιορισμός των κινήσεών του, καθώς και της πρόσβασής του σε πληροφόρηση ή βοήθεια.
Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, οι εξάρσεις βίας ορισμένων αντρών φτάνουν στο σημείο να ξεσπούν σε γυναίκες που βρίσκονται σε προχωρημένη εγκυμοσύνη με αποτέλεσμα να απειλείται σοβαρά η ζωή τους και η ζωή των εμβρύων. Μορφή κακοποίησης επίσης αποτελεί και ο σεξουαλικός βιασμός που συμβαίνει πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια μέσα στην οικογένεια. Ας μην ξεχνάμε ότι κάθε χρόνο, ένας μεγάλος αριθμός παιδιών, ακόμα και της πιο τρυφερής ηλικίας, πηγαίνουν σε παιδιατρικά νοσοκομεία με ανεξήγητους σωματικούς τραυματισμούς που θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική και την ψυχική τους υγεία και ίσως και την ίδια τους τη ζωή. Πραγματικά, το λέω με πόνο ψυχής, ότι δεν μπορώ να διανοηθώ, πως είναι δυνατόν να βρίσκει κάποιος και δη ο γονιός το θράσος να προκαλεί κακό σε αυτά τα αγγελούδια!
Όταν συζητάμε το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας, μιλάμε για ένα αθέατο έγκλημα, για αθέατη βία, που συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες. Οι πόρτες, όμως, πρέπει να ανοίξουν και το θέμα να πάψει να θεωρείται ιδιωτική υπόθεση ή ταμπού. Οι γυναίκες ή τα παιδιά – θύματα έχουν μάθει να κρατούν καλά κρυμμένο το μυστικό αυτό. Η σιωπή, όμως, πρέπει να σπάσει και το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί άμεσα με κάθε τρόπο. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο έντονο γιατί έχει αποδειχθεί ότι τα παιδιά – θύματα, που βιώνουν την ενδοοικογενειακή βία, όταν μεγαλώσουν, αναπτύσσουν και τα ίδια με τη σειρά τους συμπεριφορές βίας και ξεσπούν στις δικές τους συζύγους ή τα δικά τους παιδιά.
Η γυναίκα που ζει το δικό της Γολγοθά και κακοποιείται, νιώθει απομονωμένη, αποξενωμένη, περιθωριοποιημένη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, έχει πιστέψει πως εκείνη ευθύνεται για την κατάσταση, ότι εκείνη είναι η αιτία που δημιουργούνται τα προβλήματα και αυτό γιατί το άτομο που την κακοποιεί, την έχει κάνει να πιστέψει ότι της αξίζει αυτό που παθαίνει. Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν απευθυνθεί σε κάποιο άλλο άτομο του περιβάλλοντός της, γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που τα άτομα αυτά της λένε ότι δεν πρέπει να χαλάσει την οικογένειά της για κανένα λόγο. Έχουμε ακούσει πάρα πολλές φορές τη φράση «μα, μήπως έφταιξες κι εσύ; Μήπως έβαλες κι εσύ το χεράκι σου και έχει δίκιο που σε χτύπησε; Καλά, τώρα, για ένα χαστούκι, θα χαλάσεις την οικογένειά σου και θα παρατήσεις τα παιδιά σου; Τι θα πει ο κόσμος;».
Αγαπητές μου φίλες (και φίλοι), κάτι τέτοιες ερωτήσεις όμως, επιδεινώνουν το πρόβλημα και δημιουργείται ένα φαύλος κύκλος από τον οποίο το θύμα δεν μπορεί να ξεφύγει. Όπως προκύπτει από έρευνα του ΚΕΘΙ (Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας) που συμπεράσματά της δημοσιεύτηκαν, το 39,7% των Ελληνίδων έχει πέσει θύμα βίας μέσα στην οικογένεια. Επίσης, το 33% των γυναικών που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία θεωρούν ότι οι ίδιες είναι υπεύθυνες και νιώθουν απομόνωση, ντροπή, φόβο, αισθήματα ενοχής και αποτυχίας. Αν και η σωματική βία φαίνεται σοβαρότερη, υπάρχει μια συνέχεια ανάμεσα στις ψυχολογικές και σωματικές βιαιότητες που συμβαίνουν στην οικογενειακή εστία. Το 8% των γυναικών είναι θύματα κάποιας ψυχολογικής καταπίεσης που εκδηλώνεται: με αρνήσεις του συζύγου ή του πατέρα να συνομιλήσουν μαζί τους, με απειλές, με περιφρόνηση (είσαι άσχημη), με αστυνομική συμπεριφορά («σου είχα απαγορεύσει να βλέπεις αυτή τη φίλη σου», ή, «πού ήσουν όταν τηλεφώνησα») ή ακόμα κάνοντας τη γυναίκα να φαίνεται τρελή στα μάτια της ή στα μάτια των άλλων.
Σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία και κακοποίηση, δόθηκαν στη δημοσιότητα το Μάιο του 2003 στατιστικά στοιχεία που αφορούν στις γυναίκες που απευθύνθηκαν στα συμβουλευτικά κέντρα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά, έγγαμες είναι το 67% των γυναικών που έπεσαν θύματα οικογενειακής βίας. Από αυτές, το 56% άρχισε να κακοποιείται μετά το γάμο. Απόφοιτες Δευτεροβάθμιας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης είναι το 68%. Δράστης στο 81% των περιπτώσεων είναι ο σύζυγος. Τα στοιχεία, λοιπόν, που έχουμε είναι καθαρά ενδεικτικά και δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να δούμε το πρόβλημα σε όλη του τη διάσταση γιατί αφορούν μόνο στις γυναίκες που ζήτησαν βοήθεια από τα Κέντρα Κακοποιημένων Γυναικών. Εκτιμάται ότι το εν λόγω πρόβλημα είναι πολύ πιο έντονο. Δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις και παρ’ όλες τις άσχημες συνθήκες που μπορεί να βιώνουν οι γυναίκες, δεν είναι λίγες αυτές που ενώ εγκατέλειψαν το σύζυγό τους, ξαναγύρισαν λόγω προσωπικών ή κοινωνικών παραγόντων και κυρίως λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων. Οι γυναίκες αυτές, μην έχοντας δουλειά και ζώντας τον κοινωνικό αποκλεισμό γιατί «άφησαν την οικογένειά τους», αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω και να υποστούν τις συνέπειες από το σύζυγο, που τώρα πλέον «πρέπει να τις τιμωρήσει που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι».
Για όλους αυτούς τους λόγους, πρέπει να μπει ένα τέλος. Οι κακοποιημένες γυναίκες έχουν ανάγκη από κατανόηση και περίθαλψη, πρέπει να πάψουν πια να αντιμετωπίζονται ρατσιστικά, να πάψουν να τους δημιουργούνται αισθήματα ντροπής και ενοχής. Η γυναίκα και τα παιδιά πρέπει να πάψουν να γίνονται έρμαιο στα χέρια κάποιου που επειδή έχει αυξημένη μυϊκή δύναμη, έχει την εντύπωση και το δικαίωμα ότι μπορεί να επιβληθεί με αυτόν τον τρόπο.
Ευθύνη για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας έχουμε όλοι. Η γυναίκα – θύμα θα πρέπει να απευθυνθεί σε συμβουλευτικά κέντρα αλλά και στην αστυνομία. Πρέπει να σπάσει επιτέλους τη σιωπή της και να μιλήσει για την κατάστασή της. Οι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται ότι κάποια συγγενής, φίλη ή συνάδελφος, έχει πέσει θύμα ενδοοικογενειακή βίας, θα πρέπει να ενθαρρύνουν το άτομο αυτό να απευθυνθεί στους αρμόδιους φορείς ή ακόμα και να πάνε οι ίδιοι να κάνουν την καταγγελία. Στην περίπτωση που η κακοποίηση γίνεται εναντίον των παιδιών από έναν από τους δύο γονείς, τότε ο γονέας που δεν ασκεί τη βία, έχει την υποχρέωση και την ευθύνη να το καταγγείλει αμέσως.
Σε ότι αφορά στην ευθύνη, όπως σας είπα μεγάλο μερίδιο έχει και η κοινωνία, η οποία θα πρέπει να αφυπνιστεί και να ευαισθητοποιηθεί, ώστε να εκλείψει κάθε είδος αποκλεισμού των θυμάτων της ενδοοικογενειακής βίας. Θα πρέπει να αφυπνιστούμε όλοι γιατί πολλές φορές λέμε «σε εμένα δεν θα συμβεί». Μπορεί να συμβεί όμως, σε όλους και σε όλες μας. Η κοινωνία οφείλει να συμμετέχει ενεργά στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Συνηθίσαμε να αδιαφορούμε για οτιδήποτε συμβαίνει πίσω από «κλειστά παράθυρα» θεωρώντας πως πρόκειται για αυστηρά οικογενειακή υπόθεση, συνεπώς δεν μας αφορά και δεν έχουμε ούτε υποχρέωση, αλλά ούτε και δικαίωμα να επέμβουμε. Η βία, όμως, είναι έγκλημα σε οποιοδήποτε χώρο κι αν συμβαίνει και οι έρευνες δείχνουν πως οι γυναίκες κινδυνεύουν να πέσουν θύματα βίας περισσότερο μέσα στο σπίτι τους παρά έξω από αυτό. Ευθύνη, όμως εκτός από το περιβάλλον της, έχει η κοινωνία και η Πολιτεία.
Συνοψίζοντας, θα ήθελα να σας αναφέρω ότι οι γυναίκες βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας καταθέσαμε στη Βουλή πρόταση νόμου για την «Αντιμετώπιση της Ενδοοικογενειακής Βίας», εφόσον για το έγκλημα αυτό ο νόμος ήταν ελλιπής και άφηνε ατιμώρητους τους δράστες, ενώ η πολιτεία αδυνατούσε να προστατέψει τα θύματα. Δεν πρέπει, όμως, να παραμείνουμε μόνο σε αυτά. Σίγουρα, η πρόταση νόμου είναι μια καλή βάση, αλλά θα πρέπει να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο και να τροποποιηθεί το οικογενειακό δίκαιο, έτσι ώστε τα δικαστήρια που αναλαμβάνουν τέτοιου είδους οικογενειακές υποθέσεις, να αποφασίζουν το συντομότερο δυνατό για την απομάκρυνση του δράστη και την άμεση προστασία των θυμάτων. Δηλαδή, να διαμορφωθεί το νομοθετικό πλαίσιο που θα βοηθάει τα θύματα από τον εντοπισμό του φαινομένου μέχρι την οριστική κοινωνική επανένταξή τους. Γι’ αυτό, θα πρέπει να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει ειδικό Οικογενειακό Δικαστήριο, με υπηρεσίες κατάλληλες και στελεχωμένες από εξειδικευμένους επαγγελματίες, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, δικηγόρους κλπ. που θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.
Χρειάζεται, όμως και η συμβολή των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, τα οποία μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη, ευαισθητοποίηση και ενημέρωση για το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας. Θα πρέπει να διοργανωθούν καμπάνιες πληροφόρησης και ενημέρωσης με στόχο την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης. Στα σχολεία θα πρέπει να υπάρξει ενημέρωση για την αντιμετώπιση του προβλήματος, γιατί υπάρχουν παιδιά – θύματα που δεν γνωρίζουν το που θα μπορούσαν να απευθυνθούν ή φοβούνται να μιλήσουν για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Ενήμεροι θα πρέπει να είναι και οι δάσκαλοι και καθηγητές, ώστε να αντιληφθούν αμέσως τα συμπτώματα και να ερευνούν εάν τα παιδιά αυτά έχουν υποστεί κάποιο είδος βίας. Ας μην ξεχνάμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο χειρότερος εχθρός είναι η άγνοια.
Φίλες και φίλοι μου, σήμερα, οι γυναίκες έχουμε καταφέρει πάρα πολλά πράγματα. Έχουμε καταξιωθεί στον επαγγελματικό χώρο και έχουμε λάβει τη θέση που μας αξίζει στην κοινωνία. Μια θέση που δεν μας χαρίστηκε αλλά που προσπαθήσαμε με κόπο να αποκτήσουμε. Εάν, λοιπόν θέλουμε ένα καλύτερο μέλλον για εμάς και για τα παιδιά μας, όλες και όλοι μας θα πρέπει να ευαισθητοποιηθούμε πολύ περισσότερο, έτσι ώστε η κάθε μια και ο καθένας από εμάς, ανεξάρτητα από τη θέση που έχουμε, να βοηθήσουμε να εξαλειφθεί αυτό το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα. Σας ευχαριστώ